Ιστό ΣΑΕ
ΣΑΕ Έρευνες για τον Ελληνισμό Αυστραλία

Αυστραλία

1. Ο Ελληνικός πληθυσμός

1.1 Συνοπτική ιστορική αναδρομή

Σύμφωνα με την προφορική παράδοση, ο πρώτος Έλληνας που έφτασε στην Αυστραλία ήταν κάποιος Δαμιανός Γκίκας, που μεταφέρθηκε στο Sydney ως κατάδικος το 1802. Λέγεται ότι ο Γκίκας ήταν Υδραίος καπετάνιος, συνελήφθη άδικα σαν πειρατής από ένα εγγλέζικο πολεμικό και καταδικάστηκε σε εξορία στην Αυστραλία. Ωστόσο, η ιστορία αυτή δεν μπορεί να επιβεβαιωθεί με σιγουριά, αφού δεν υπάρχει τίποτα σχετικό στα αρχεία της Αυστραλίας ή της Ελλάδας. Φαίνεται όμως ότι η ιστορία αυτή προέκυψε από την πραγματική ιστορία των πρώτων Ελλήνων στην Αυστραλία. Οι πρώτοι αυτοί Έλληνες που αποβιβάστηκαν στην Αυστραλία ήταν επτά νεαροί από την Υδρα, οι οποίοι έφτασαν εκεί το 1828, καταδικασμένοι σαν πειρατές από την Αγγλική Δικαιοσύνη. Σύμφωνα με τις διαθέσιμες ιστορικές πηγές, πέντε απ’ αυτούς επαναπατρίστηκαν το 1836, γεγονός που δείχνει ότι μάλλον ήταν πατριώτες παρά κοινοί πειρατές.

Ο πρώτος Έλληνας ελεύθερος μετανάστης που έφτασε στην Αυστραλία ίσως να ήταν κάποιος ναυτικός ονόματι Τζών Πήτερς, που έφτασε στο Sydney το 1838, ενώ η πρώτη Ελληνίδα ήταν κάποια Αικατερίνη Πλέσσα, που έφτασε στην Αυστραλία το 1853. Έτσι, λίγο πριν την ανακάλυψη των πλούσιων κοιτασμάτων χρυσού στην Αυστραλία, είναι ζήτημα αν υπήρχαν περισσότεροι από 4-5 Έλληνες εγκατεστημένοι εκεί. Η ανακάλυψη αυτή δεν αύξησε ιδιαίτερα το μεταναστευτικό ρεύμα από την Ελλάδα προς την Αυστραλία, όπως συνέβη με μετανάστες από άλλες χώρες. Αποτέλεσμα αυτού είναι ότι το 1880 υπήρχαν στην Αυστραλία περίπου 150 Έλληνες, παρόλο που στο μεταξύ ο συνολικός πληθυσμός της χώρας είχε σχεδόν τριπλασιαστεί – κύρια λόγω των νέων μεταναστών.

Το κύριο μεταναστευτικό ρεύμα από την Ελλάδα προς την Αυστραλία τον 19ο αιώνα άρχισε μετά το 1880. Η απογραφή του 1891 αναφέρει την ύπαρξη 482 ατόμων γεννημένων στην Ελλάδα. Ο αριθμός αυτός, όπως και όλοι οι επόμενοι που αναφέρονται σε απογραφές ή εκτιμήσεις, είναι οπωσδήποτε συντηρητικός, αφού δεν συμπεριλαμβάνει τους Έλληνες που γεννήθηκαν στην Αυστραλία, όπως και αυτούς που, για τον ένα ή άλλο λόγο, δεν θέλησαν να καταγραφούν σαν Έλληνες. Αυτοί οι μετανάστες κατάγονταν κύρια από τα Κύθηρα, την Ιθάκη και το Καστελλόριζο, και ήταν αυτοί που έθεσαν τα θεμέλια της Ελληνοαυστραλέζικης παροικίας και προκάλεσαν το φαινόμενο της αλυσσιδωτής μετανάστευσης, το οποίο οδήγησε στην αύξηση του Ελληνικού στοιχείου στην Αυστραλία σε 878 άτομα το 1901 και 1.798 άτομα το 1911. Η αύξηση του Ελληνικού πληθυσμού στην Αυστραλία συνεχίστηκε με τους ίδιους ρυθμούς μέχρι μετά το 1950. Ετσι, το 1921 ο Ελληνικός πληθυσμός της Αυστραλίας αριθμούσε 3.654 άτομα γεννημένα στην Ελλάδα, ενώ το 1933 υπήρχαν 8.337 Έλληνες στην Αυστραλία και το 1947 12.291.
Μετά το 1952 η αύξηση του Ελληνικού στοιχείου στην Αυστραλία ήταν ραγδαία. Πράγματι, από το 1953 μέχρι το 1956 έφτασαν στην Αυστραλία σαν μετανάστες περίπου 30.000 Έλληνες, αυξάνοντας έτσι τον Ελληνισμό της Αυστραλίας σε 25.862 άτομα το 1954. Η μετανάστευση από την Ελλάδα κορυφώθηκε από το 1961 μέχρι το 1966, περίοδο κατά την οποία περίπου 69.000 Έλληνες εγκαταστάθηκαν στην Αυστραλία. Οι Έλληνες αριθμούσαν 77.333 το 1961 και 160.200 το 1971. Μετά το 1970 το μεταναστευτικό ρεύμα μειώθηκε και πάλι δραστικά, ενώ ήδη είχε αρχίσει μια αντίστροφη μετακίνηση μεταναστών προς την Ελλάδα, γεγονός που (μαζί με τους θανάτους) είχε σαν αποτέλεσμα την μείωση των γεννημένων στην Ελλάδα Ελληνοαυστραλών σε 152.908 άτομα το 1976, 146.625 το 1981, και 137.611 το 1986. Φυσικά, οι αριθμοί αυτοί δεν αντιστοιχούν στο σύνολο του Ελληνικού στοιχείου της Αυστραλίας, μια και αφορούν μόνον άτομα γεννημένα στην Ελλάδα, δηλαδή μετανάστες πρώτης γενιάς. Οπωσδήποτε όμως δίνουν μια σχετικά ακριβή αίσθηση της κινητικότητας Ελλήνων προς την Αυστραλία και μια εκτίμηση για το σύνολο του Ελληνικού στοιχείου στην Αυστραλία.

1.2 Ο σημερινός Ελληνικός πληθυσμός της Αυστραλίας

1.2.1 Συνολικά στοιχεία

Είναι γνωστό ότι τα στοιχεία των επίσημων απογραφών δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως βάση για τον υπολογισμό του πληθυσμού του Ελληνικού στοιχείου. Αυτό ισχύει γενικότερα για όλες τις χώρες υποδοχής Ελλήνων μεταναστών και όχι βέβαια μόνο για την Αυστραλία. Ο βασικός λόγος που καθιστά τα απογραφικά στοιχεία σχετικά ακατάλληλα για αξιόπιστες εκτιμήσεις είναι ότι αυτά αναφέρονται μόνο σε ομογενείς των οποίων και οι δύο ή μόνον ο ένας από τους γονείς γεννήθηκαν στην Ελλάδα, σε ομογενείς που γεννήθηκαν στην Ελλάδα, αλλά κανένας από τους γονείς τους δεν γεννήθηκε εκεί και φυσικά στους ομογενείς που γεννήθηκαν οι ίδιοι στην Ελλάδα. Δεν περιλαμβάνονται οι ομογενείς των οποίων και οι δύο γονείς έχουν γεννηθεί στην Αυστραλία, δηλαδή οι Ελληνοαυστραλοί της δεύτερης, τρίτης, και τέταρτης γενιάς, ούτε οι ομογενείς από την Κύπρο, ούτε οι ομογενείς που γεννήθηκαν εκτός Ελλάδος. Κατά καιρούς έχουν εμφανιστεί στη βιβλιογραφία διάφοροι υπολογισμοί, που ανεβάζουν τον συνολικό Ελληνικό πληθυσμό της Αυστραλίας κατά τη δεκαετία του 1980 σε 700.000 ή 750.000. Άλλοι υπολογισμοί αναφέρουν Ελληνικό στοιχείο της τάξης των 400.000 περίπου.

Η Αυστραλιανή απογραφή του 1986 βοηθά σημαντικά στον προσδιορισμό του Ελληνικού πληθυσμού στην Αυστραλία. Σύμφωνα με τα στοιχεία αυτής της απογραφής (σημειώνουμε ότι στοιχεία από την νεότερη απογραφή δεν έχουν ακόμη γίνει διαθέσιμα), ο συνολικός πληθυσμός Ελληνικής καταγωγής στην Αυστραλία είναι, 137.611 άτομα (70.687 άνδρες και 66.924 γυναίκες) πρώτης γενιάς (δηλαδή γεννημένα στην Ελλάδα) και 137.688 άτομα δεύτερης γενιάς (δηλαδή γεννημένα στην Αυστραλία με ένα ή και τους δύο γονείς γεννημένους στην Ελλάδα). Το σύνολο αυτών ανέρχεται σε 275.299 άτομα.

Ωστόσο, σε μια ερώτηση που τέθηκε για πρώτη φορά στην απογραφή αυτή, “Ποια είναι η καταγωγή σας;”, 336.782 άτομα απάντησαν ότι έχουν Ελληνική καταγωγή. Ο αριθμός αυτός περιλαμβάνει άτομα γεννημένα στην Αυστραλία (49.8%), στην Ελλάδα (39.3%), στην Κύπρο (4.8%), στην Αίγυπτο (2.5%), αλλού (2.5%), ενώ ποσοστό 1.1% δεν απάντησε. Πρέπει να σημειωθεί ότι στην ερώτηση δεν δόθηκαν εξηγήσεις ως προς το τι σημαίνει “καταγωγή”, κατά συνέπεια ο κάθε ερωτώμενος έδωσε την δική του ερμηνεία του όρου. Ο συνολικός πληθυσμός της Αυστραλίας το 1986 ήταν 15.602.156, κατά συνέπεια ο Ελληνικής καταγωγής πληθυσμός αντιπροσωπεύει ποσοστό 2.16%.

Σημαντικό, λόγω και της επικαιρότητάς του, είναι το γεγονός ότι από τον πληθυσμό που έχει γεννηθεί στην Ελλάδα (πρώτη γενιά), ποσοστό 3% δηλώνει “Μακεδονική” καταγωγή, διαχωρίζοντάς την από την Ελληνική. Στην Δυτική Αυστραλία, το ποσοστό αυτό φτάνει το 23.9%.
Πιστεύουμε, λοιπόν, ότι οι εκτιμήσεις που υπολογίζουν τον πληθυσμό του Ελληνισμού της Αυστραλίας σε 400.000 περίπου άτομα, είναι οι πιο βάσιμες.

1.2.2 Γεωγραφική κατανομή

Η σημερινή γεωγραφική κατανομή της πρώτης και της δεύτερης γενιάς στην Αυστραλία δεν παρουσιάζει μεγάλες διαφορές. Συγκεκριμένα, 46.79% ζει στην Πολιτεία Victoria, 32.93% στην Πολιτεία New South Wales, 10.25% στην Πολιτεία South Australia, 3.87% στην Πολιτεία Queensland, 3.38% στην Πολιτεία Western Australia, 1.22% στην Πολιτεία Australian Capital Territory, 0.96% στην Πολιτεία Νew Τerritories, και 0.60% στην Πολιτεία Tasmania.

Ο πληθυσμός αυτός είναι στην συντριπτική του πλειοψηφία αστικός. Πράγματι, η πρώτη γενιά ζεί κατά 95.6% στις 12 μεγάλες Αυστραλιανές πόλεις (Melbourne, Sydney, Newcastle, Wollongong, Geelong, Brisbane, Gold Coast-Tweed, Adelaide, Perth, Hobart, Darwin, Canberra-Queanbeyan), ενώ 77.4% ζεί στην Melbourne και Sydney. Περίπου ο μισός απ’ αυτόν τον πληθυσμό (47.6%) ζει στην Melbourne.

1.2.3 Ηλικία

Το ηλικιακό προφίλ της πρώτης και της δεύτερης γενιάς διαφέρει σημαντικά. Το μεγαλύτερο ποσοστό ομογενών πρώτης γενιάς βρίσκεται στην ηλικιακή ομάδα 30-54 ετών (64.4%) και το μικρότερο στην ηλικιακή ομάδα των 0-4 ετών (0.2%). Η μέση ηλικία των ομογενών που γεννήθηκαν στην Ελλάδα είναι 46.2 έτη. Ο αντίστοιχος μέσος όρος του συνολικού πληθυσμού της Αυστραλίας είναι 31.1 έτη. Μόνο ποσοστό 1.5% είναι ηλικίας μικρότερης των 15 ετών, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό για όλον τον πληθυσμό της Αυστραλίας ανεξάρτητα από καταγωγή είναι 23.3%. Το χαμηλό αυτό ποσοστό είναι φυσική απόρροια της χαμηλής μετανάστευσης των Ελλήνων προς την Αυστραλία τα τελευταία χρόνια.

Μπορούμε λοιπόν να πούμε ότι το Ελληνικό στοιχείο πρώτης γενιάς στην Αυστραλία είναι γηρασμένο. Οι άνδρες είναι περισσότεροι από τις γυναίκες (τα αντίστοιχα ποσοστά είναι 51.4% και 48.6%), αλλά σε ορισμένες ηλικιακές ομάδες (30-54 και 65+) οι γυναίκες είναι περισσότερες. Ας σημειωθεί εδώ ότι το χαρακτηριστικό αυτό, δηλαδή η πληθυσμιακή υπεροχή των ανδρών, παρατηρείται συνεχώς σε όλες τις περιόδους της ιστορίας του Αυστραλέζικου Ελληνισμού και σε μερικές μάλιστα είναι ιδιαίτερα έντονο, ιδίως στις αρχές του αιώνα, όταν ποσοστό μέχρι και 95% των Ελλήνων της Αυστραλίας ήταν άνδρες.

Αντίθετα, το μεγαλύτερο ποσοστό της δεύτερης γενιάς βρίσκεται στην ηλικιακή ομάδα 5-14 ετών (31.8%) και το μικρότερο στην ηλικιακή ομάδα των 65+ ετών (0.6%). Έτσι, το Ελληνικό στοιχείο της δεύτερης γενιάς είναι μάλλον νέο σε ηλικία.

1.2.4 Χρόνος παραμονής στην Αυστραλία

Η παράγραφος αυτή αφορά μόνο τους ομογενείς πρώτης γενιάς, δηλαδή τους γεννημένους στην Ελλάδα. Ο μέσος όρος παραμονής τους στην Αυστραλία είναι 22.7 χρόνια, ενώ οι περισσότεροι απ’ αυτούς έφτασαν και εγκαταστάθηκαν στην Αυστραλία στην περίοδο 1962-1966. Ποσοστό 22.5% ζούν στην Αυστραλία περισσότερα από 30 χρόνια, ενώ μόλις ποσοστό 4.6% ζούν στην Αυστραλία λιγότερα από 10 χρόνια.

1.2.5 Υπηκοότητα

Σε σύγκριση με μετανάστες άλλων εθνικοτήτων, οι Έλληνες της Αυστραλίας παρουσιάζουν μεγαλύτερο ποσοστό απόκτησης της Αυστραλιανής υπηκοότητας. Πράγματι, ποσοστό 90.7% των γεννημένων στην Ελλάδα έχει αποκτήσει την Αυστραλιανή υπηκοότητα. Το ποσοστό αυτό ανέρχεται σε 95% γι’ αυτούς που ζούν στην Αυστραλία περισσότερο από 20 χρόνια.

1.3 Η Ελληνική οικογένεια της Αυστραλίας

1.3.1 Τυπική σύνθεση

Οι εκπρόσωποι των ομογενειακών οργανώσεων εκτιμούν ότι μια τυπική οικογένεια Ελλήνων ομογενών της Αυστραλίας αποτελείται, κατά μέσον όρο, από 4-5 μέλη (γονείς και 2-3 παιδιά ή γονείς και 2 παιδιά, παπούς ή γιαγιά).
Οι γάμοι των ομογενών διεξάγονται σε πολύ μεγάλο ποσοστό στην Εκκλησία (θρησκευτικοί) και σε μικρότερο στο Δημαρχείο (πολιτικοί). Η δειγματοληπτική έρευνα έδειξε ότι οι εκκλησιαστικοί γάμοι εκτιμάται ότι αντιπροσωπεύουν ποσοστό 94% του συνόλου των γάμων. Το ίδιο συμβαίνει και με τις βαπτίσεις.

Οι ομογενείς δημιουργούν οικογένειες με Έλληνες συζύγους. Η δειγματοληπτική έρευνα έδειξε ότι αυτό εκτιμάται ότι συμβαίνει σε ποσοστό 75.5% του συνόλου των γάμων.

Οι ομογενείς εκτιμάται ότι διατηρούν στενές σχέσεις με τους συγγενείς και φίλους τους στην Ελλάδα. Αυτό εκφράζεται και με τη συχνότητα που δέχονται επισκέψεις από την Μητρόπολη. Οι κυριότερες αιτίες των επισκέψεων αυτών εκτιμάται ότι είναι ο τουρισμός, οι σπουδές, λόγοι υγείας καθώς και επαγγελματικοί λόγοι. Η μεγαλύτερη συχνότητα επισκέψεων (με ποσοστό 71,4%) οφείλεται σε τουριστικούς λόγους.

1.3.2 Τάση για επαναπατρισμό

Η τάση επιστροφής των ομογενών στην Ελλάδα είναι γεγονός αναντίρρητο, που παρουσιάζει έξαρση κατά τη διάρκεια των τελευταίων χρόνων.
Οι ομογενείς της Αυστραλίας επιβεβαιώνουν την τάση αυτή. Οι εκπρόσωποι των ομογενειακών οργανώσεων εκτιμούν, σε ποσοστό 57%, ότι υπάρχει τάση επιστροφής των ομογενών στην Ελλάδα.

Η εκτίμηση είναι ότι η τάση αυτή εντοπίζεται στις οικογένειες στις οποίες και οι δύο σύζυγοι είναι Ελληνικής καταγωγής. Αντίθετα εκτιμάται ότι δεν υπάρχει τάση επαναπατρισμού όταν ο ένας εκ των συζύγων δεν είναι Ελληνικής καταγωγής. Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνεται με τον ίδιο τρόπο, τόσο στην Αυστραλία, όσο και στον Καναδά και στις ΗΠΑ.

Οι περισσότεροι εκπρόσωποι των ομογενειακών οργανώσεων εκτιμούν ότι η θετική τάση για παλινόστηση είναι φυσική συνέπεια των εξής φαινομένων:

Της νοσταλγίας και της αγάπης για την πατρίδα, καθώς επίσης και για τους συγγενείς και φίλους που ζούν στην Ελλάδα.

Της κακής οικονομικής κατάστασης ή της ανεργίας που μαστίζει συχνά τους ομογενείς.

Της επικρατούσας κοινωνικής κατάστασης, ιδιαίτερα στις ΗΠΑ, καθώς και της – συχνά – χαμηλής ποιότητας ζωής στις υπερπόντιες χώρες.

Παρόλα αυτά, υπάρχουν αρκετοί εκπρόσωποι των ομογενειακών οργανώσεων, οι οποίοι εκτιμούν ότι η τάση για παλινόστηση μειώνεται, ως συνέπεια των εξής φαινομένων:

Της ενσωμάτωσης των ομογενών στα τοπικά πολιτισμικά και κοινωνικά πρότυπα, ιδιαίτερα των ομογενών δεύτερης και τρίτης γενιάς.

Της μακράς οικονομικής ύφεσης που μαστίζει την Ελληνική οικονομία, καθώς και της διαφαινόμενης ανησυχητικής αύξησης της ανεργίας που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα.

1.3.3 Η θέση της “τρίτης ηλικίας”

Οι οικογένειες των ομογενών περιλαμβάνουν, όπως αναλύθηκε και προηγουμένως, ομογενείς δεύτερης, τρίτης και ίσως τέταρτης γενιάς. Η αντιμετώπιση των εκπροσώπων της “τρίτης ηλικίας”, σε μια οικογένεια ομογενών, είναι στοιχείο που ενδιαφέρει ιδιαίτερα, δεδομένου ότι μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη συσχέτιση των οικογενειακών δεσμών μεταξύ οικογενειών αποδήμων και οικογενειών που διαμένουν στην Ελλάδα.

Το πρώτο χαρακτηριστικό που καταγράφηκε αφορά τον τόπο διαμονής των γονέων, όταν τα παιδιά τους αποκτούν δική τους οικογένεια. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της δειγματοληπτικής μας έρευνας, εκτιμάται ότι, όταν κάτι τέτοιο συμβαίνει, τότε αποχωρούν από το πατρικό σπίτι, προκειμένου να κατοικήσουν μόνοι με το/τη σύζυγό τους.

Το δεύτερο χαρακτηριστικό αφορά την αντιμετώπιση των υπέργηρων ή ασθενών γονέων από τα παιδιά τους, σε ότι αφορά ειδικότερα τον τόπο διαμονής τους. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της δειγματοληπτικής μας έρευνας, εκτιμάται ότι οι υπέργηροι ή ασθενείς γονείς διαμένουν συνήθως μόνοι τους.

1.3.4 Κοινωνικά προβλήματα

Η κοινωνία της Αυστραλίας μαστίζεται από σειρά κοινωνικών προβλημάτων, όπως όλες άλλωστε οι σύγχρονες κοινωνίες. Από τα προβλήματα αυτά, οι ομογενείς εκτιμούν ότι τα σοβαρότερα που αντιμετωπίζουν αυτοί και οι οικογένειές τους είναι βασικά η ανεργία, καθώς και ο αποχωρισμός από τα μέλη της οικογένειάς τους (που βρίσκονται στην Ελλάδα), η κοινωνική απομόνωση και ο ρατσισμός. Αντίθετα, το πρόβλημα των ναρκωτικών, ο αλκοολισμός και η εγκληματικότητα φαίνεται να είναι μάλλον δευτερεύοντα για τους ομογενείς της Αυστραλίας.